ἔλασις

ἔλᾰσις, εως, ,
A driving away, banishing,

τῶν ἐναγῶν Th.1.139

, Ph.1.140; ἔ. βοσκημάτων driving of them away as booty, Plu.Rom.7.
2 (sc. στρατοῦ) march, expedition,

ἐπὶ Σκύθας Hdt.4.1

, etc.;

ἔλασιν ποιέεσθαι Id.7.37

; also, procession, X.Cyr.8.3.34; ἡ ἅλαδε ἔ. IG22.847.20.
3 (sc. ἵιππου) riding, X.Eq.9.6, Eq.Mag.8.2, Aristaenet.1.8; charge of horse, D.H.6.12, Plu.Sull.19.
b driving a chariot, Luc. DDeor.25.2.
4 (

ἐλαύνω 11

) striking, Apollon.Lex. s.v. ἐλαύνωσι.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔλασις — driving away fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλάσει — ἔλασις driving away fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἐλάσεϊ , ἔλασις driving away fem dat sg (epic) ἔλασις driving away fem dat sg (attic ionic) ἐλαύνω drive aor subj act 3rd sg (epic) ἐλαύνω drive fut ind mid 2nd sg ἐλαύνω drive fut ind act 3rd …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλάσεις — ἔλασις driving away fem nom/voc pl (attic epic) ἔλασις driving away fem nom/acc pl (attic) ἐλαύνω drive aor subj act 2nd sg (epic) ἐλαύνω drive fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλάσεσι — ἔλασις driving away fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλάσηι — ἔλασις driving away fem dat sg (epic) ἐλάσῃ , ἐλαύνω drive aor subj mid 2nd sg ἐλάσῃ , ἐλαύνω drive aor subj act 3rd sg ἐλάσῃ , ἐλαύνω drive fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλάσης — ἔλασις driving away fem nom/voc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλάσιος — ἔλασις driving away fem gen sg (epic doric ionic aeolic) ἐλάσιος driving away masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔλασιν — ἔλασις driving away fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -λάσι — β συνθετικό ουσιαστικών < μσν. λάσι < αρχ. ἔλασις, το οποίο δηλώνει αφθονία, πλησμονή. Στη λ. ἔλασις υπήρχε η έννοια τού πλήθους τών ελαυνομένων ζώων, που εύκολα γενικεύθηκε.Παραδείγματα λέξεων με λάσι: νεοελλ. αμπελολάσι, ανδρολάσι,… …   Dictionary of Greek

  • έλαση — η (AM ἔλασις) νεοελλ. 1. η έλξη οχήματος από ζώο 2. σφυρηλασία μετάλλων 3. μηχανική κατεργασία, σφυρηλάτηση μετάλλων για κατασκευή ελασμάτων, σύρματος κ.λπ. || αρχ. μσν. αρπαγή, απαγωγή ως λεία αρχ. 1. απέλαση, εκδίωξη, εξορία 2. πορεία στρατού,… …   Dictionary of Greek

  • έλασμα — Το πλατύ μέρος του φύλλου, το κυρίως φύλλο. Κάθε πλατύ φύλλο αποτελείται από τρία μέρη, τον κολεό, τον μίσχο και το έ. Πολλά φυτά που δεν έχουν έ. διαθέτουν βελονοειδή ή κυλινδρικά φύλλα. Τα φύλλα που έχουν έ. μπορεί να φέρουν μίσχο και τότε… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.